Πόσο είναι 205 ml σε κούπες? Οδηγός για συνταγές

Πόσο είναι 205 ml σε κούπες Οδηγός για συνταγές

Πόσο είναι 205 ml σε κούπες? Οδηγός για συνταγές

Στην εκτέλεση μιας συνταγής είναι σύνηθες το πρόβλημα του να υπολογίσουμε τις ακριβείς ποσότητες των υλικών που χρειαζόμαστε.

Οι περισσότερες συνταγές αναφέρονται είτε σε βάρος των υλικών σε γραμμάρια είτε σε ml.

Για να καταλάβουμε όμως ξεκάθαρα για το τι πρόκεινται αυτοί οι όροι, χρειάζεται να μιλήσουμε για έννοιες όπως η πυκνότητα και το ειδικό βάρος.

Αυτός είναι και ο σκοπός αυτού του άρθρου.

Στόχος είναι στο τέλος του να μπορούμε να απαντάμε με σαφήνεια σε ερωτήσεις τύπου

‘Πόσο είναι τα 205 ml σε κούπες?’

Επίσης, επειδή το βασικό υγρό τρόφιμο που χρησιμοποιούμε στη μαγειρική είναι το γάλα, η ανάλυση που θα πραγματοποιηθεί θα γίνει με βάση αυτό.

Το βασικό είναι να καταλάβουμε ότι κάθε τρόφιμο εμφανίζει διαφορετικά φυσικοχημικά χαρακτηριστικά λόγω της σύστασης του.

Πυκνότητα και Ειδικό Βάρος

Η πυκνότητα ενός υλικού σε συγκεκριμένη θερμοκρασία είναι το πηλίκο της μάζας του με τον όγκο του στην θερμοκρασία αυτή.

Στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων εκφράζεται ως χιλιόγραμμα ανά κυβικά μέτρα (kg/m3), αλλά έχει επικρατήσει στην καθημερινή ζωή να εκφράζεται ως γραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρα η ml (g/ml).

Η πυκνότητα που αναφέρουμε καθημερινά είναι ουσιαστικά για μια ουσία το βάρος της που περιέχεται στον όγκο της στη δεδομένη θερμοκρασία περιβάλλοντος.

Η πυκνότητα αυτή ονομάζεται σχετική πυκνότητα και εκφράζεται πάντοτε με τη θερμοκρασία περιβάλλοντος γιατί ο όγκος μιας ουσίας (ενός υγρού ουσιαστικά) είναι πάντοτε ανάλογος της θερμοκρασίας.

Ένα ανάλογο μέγεθος της πυκνότητας είναι το ειδικό βάρος, που είναι η πυκνότητα μιας ουσίας προς την πυκνότητα μιας πρότυπης ουσίας σε συγκεκριμένη θερμοκρασία.

Η πρότυπη ουσία που χρησιμοποιείται κατά κόρον για την εύρεση του συγκεκριμένου μεγέθους είναι το νερό.

Η εύρεση του μεγέθους του ειδικού βάρους προκύπτει από το ζύγισμα ενός συγκεκριμένου όγκου ενός υγρού και διαίρεση αυτού με το βάρος του ίδιου όγκου νερού στην ίδια θερμοκρασία.

Η πυκνότητα του νερού είναι στη μέγιστη τιμή της σε θερμοκρασία περίπου 4 οC και χαμηλώνει με ένα σταθερό μικρό ποσοστό για κάθε μοναδιαία αύξηση της θερμοκρασίας.

Σαν γενικότερος κανόνας ισχύει ότι η πυκνότητα ενός υγρού αυξάνει με την αύξηση του μοριακού του βάρους.

Η αύξηση του μοριακού βάρους ενός υγρού επιτυγχάνεται με την είσοδο ενός μη αναμίξιμου υγρού σε αυτό η κάποιου άλλου ουσίας σε ρευστή κατάσταση.

Ακόμα αξίζει να αναφερθεί ότι τα πολικά μόρια έχουν κατά κανόνα μεγαλύτερη πυκνότητα από τα αντίστοιχα μη πολικά.

Σε ανάμεικτα συστήματα υγρών η πυκνότητα μεταβάλλεται με τη συγκέντρωση των διαλυτών συστατικών του υγρού.

Στην περίπτωση που το υγρό υφίσταται ανάδευση σε όλες τις δυνατές συγκεντρώσεις χωρίς κάποια αλλαγή στον όγκο του, τότε η σχέση μεταξύ πυκνότητας και συγκέντρωσης του υγρού είναι γραμμική.

Πρακτικά όμως το παραπάνω είναι αδύνατο γιατί στην πραγματικότητα ο όγκος είναι αδύνατο να μείνει αμετάβλητος, επειδή κατά την ανάδευση οι διαφορετικές ενώσεις που βρίσκονται στο υγρού χαρακτηρίζονται από διακριτές διαμοριακές δυνάμεις.

Επιπρόσθετα, ο όγκος είναι επόμενο να μεταβληθεί, καθώς η διαμόρφωση στο χώρου του μορίου της προκύπτουσας ένωσης επηρεάζει διαφορετικά τις ιδιότητες του υγρού σε σχέση με τα μεμονωμένα συστατικά του μίγματος.

Πυκνότητα του Γάλακτος και Παράγοντες που την Επηρεάζουν

Η πυκνότητα του γάλακτος ισούται με το άθροισμα των επιμέρους πυκνοτήτων των συστατικών του.

Οι βασικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν την πυκνότητα του γάλακτος είναι η ποσότητα των διαλυτών και μη διαλυτών στοιχείων, οι αλλαγές στη χημική σύσταση των τελευταίων και οι πιθανές αλλαγές στη φυσιολογική κατάσταση των χημικών αυτών στοιχείων.

Επιπρόσθετα η πυκνότητα του γάλακτος επηρεάζεται από τα συστατικά του, από τη θερμοκρασία που προαναφέρθηκε, τις βιολογικές διαφορές σε κάθε είδος γάλακτος και τις επεξεργασίες που αυτό υφίστανται (π.χ. παστερίωση, ομογενοποίηση).

Από τα συστατικά του γάλακτος το κυριότερο που επηρεάζει την πυκνότητα του γάλακτος είναι η περιεκτικότητα του σε λίπος.

Πέρα από την περιεκτικότητα του σε λίπος αυτό που φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά την πυκνότητα είναι και το είδος των λιπαρών οξέων του γάλακτος και οι μικροδιαφορές που παρατηρούνται σε αυτά.

Διάφοροι ερευνητές επίσης έχουν δείξει ότι και οι διακυμάνσεις στην περιεκτικότητα των πρωτεϊνών, λακτόζης και διάφορων αλάτων διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην πυκνότητα του δημοφιλούς ροφήματος.

Είναι δεδομένο ότι η βασική μέθοδος συντήρησης του γάλακτος είναι στην ψύξη, όπου παρατηρείται αύξηση τoυ ειδικού βάρους του γάλακτος.

Είναι αυτονόητο ότι εφόσον έχει αυξηθεί το ειδικό βάρος του γάλακτος, έχει αυξηθεί και η πυκνότητα του. Αρχικά, διάφοροι ερευνητές είχαν αποδώσει την αύξηση αυτή της πυκνότητας στην ενυδάτωση που υφίσταται η κύρια πρωτεΐνη του γάλακτος, η καζεΐνη σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Μεταγενέστερα ευρήματα έδειξαν ότι o κύριος λόγος για την αύξηση της πυκνότητας του γάλακτος σε χαμηλές θερμοκρασίες είναι ότι αλλάζει η φυσική κατάσταση των λιπαρών οξέων σε μια πιο στερεά μορφή.

Η επίδραση αυτή της θερμοκρασίας στα λιπαρά οξέα έχει να κάνει με την διάταξη των ανθρακικών αλυσίδων που έχουν στο χώρο σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Περαιτέρω έρευνα στο θέμα έδειξε ότι το ποσοστό του λίπους του γάλακτος που είναι σε στερεά κατάσταση υπερτερεί του αντίστοιχου ποσοστού που είναι σε υγρή κατάσταση.

Με δεδομένο ότι η πυκνότητα και το ειδικό βάρος του λίπους σε στερεά κατάσταση είναι μεγαλύτερη, το τελευταίο έχει και τον κατάλληλο αντίκτυπο και στην πυκνότητα του γάλακτος.

Οι παραπάνω έρευνες επιβεβαιώθηκαν και με πειράματα που έγιναν σε γάλατα με χαμηλά λιπαρά, όπου δεν βρέθηκαν αξιοσημείωτες μεταβολές στην πυκνότητα του γάλακτος, αν εξαιρεθούν οι αναμενόμενες λόγω θερμοκρασίας συντήρησης του προϊόντος.

Ένας ακόμα λόγος που το λίπος του γάλακτος επηρεάζει άμεσα την πυκνότητα του είναι η ομογενοποίηση που υφίσταται κατά τα στάδια παραγωγής.

Η ομογενοποίηση του γάλακτος είναι ουσιαστικά η επεξεργασία ανάδευσης που υφίσταται το γάλα με σκοπό τη διάτμηση των λιποσφαιρίων του σε τέτοια μεγέθη που να εμποδίζεται το φαινόμενο της κρέμωσης, όπου τα λιποσφαίρια αναδύονται στην επιφάνεια και προκαλούν ένα απεχθές για τον καταναλωτή θέαμα.

Με τη διάτμηση που υφίσταται τα λιποσφαίρια δημιουργείται η ιδανική ισορροπία στο γάλα και αυξάνεται σημαντικά το ιξώδες του και η πυκνότητα του.

Το λίπος του γάλακτος από τη φύση του έχει χαμηλότερη πυκνότητα από το υπόλοιπο γάλα με τα συστατικά του για αυτό αν δεν υπήρχε η τεχνική της ομογενοποίησης έχει την τάση να αναδύεται στην επιφάνεια του γάλακτος.

Η συμπεριφορά αυτή του λίπους του γάλακτος είναι η βασική διαφορά γιατί η κρέμα γάλακτος χρειάζεται περισσότερα ml από το γάλα για να γεμίσει μια κούπα που χρειαζόμαστε σε μια συνταγή. Αυτό εξηγείται γιατί κατά την παραγωγή της κρέμας γάλακτος χρησιμοποιείται το λίπος του γάλακτος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε έχει χαμηλότερη πυκνότητα από το υπόλοιπο γάλα.

Επομένως, σε μια συνταγή μπορούμε να δούμε ότι για την ίδια ποσότητα όγκου και στην ίδια θερμοκρασία περιβάλλοντος, το βάρος του γάλακτος σε γραμμάρια είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της κρέμας γάλακτος λόγω μεγαλύτερης πυκνότητας.

Αντίστοιχα για να γεμίσει μια κούπα χρειάζονται περισσότερα ml κρέμας γάλακτος από ml γάλακτος, όπως προαναφέρθηκε και παραπάνω.
Κατά την κατανάλωση γάλακτος είναι σύνηθες να το ζεσταίνουμε πριν την κατάποση του.

Το συγκεκριμένο έχει επίδραση στη γευστικότητα του γάλακτος λόγω της επίδρασης που έχει η θέρμανση στις πρωτεΐνες του.

Εκτός αυτού, με τη θέρμανση, σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, μειώνεται και η πυκνότητα του λόγω του φαινομένου ότι το λίπος του γάλακτος απαντάται πλέον στην υγρή κατάσταση.

Στην υγρή κατάσταση το λίπος του γάλακτος είναι σε μεγαλύτερα ποσοστά από το αντίστοιχο σε στερεά κατάσταση και η πυκνότητα του είναι μειωμένη.

Αξίζει να αναφερθεί ότι οι διαφορές στις πυκνότητες μπορεί να είναι αμελητέες σε υπολογιστικό επίπεδο αλλά έχει μεγάλη επίδραση στον τρόπο που μπορούμε να καταλαβαίνουμε τις έννοιες της πυκνότητα;, όγκου και βάρους που βρίσκονται στα εγχειρίδια μαγειρικής.

Βασικές Μετατροπές στην Κουζίνα

Η εύρεση της πυκνότητας ενός υγρού πραγματοποιείται συνήθως με τη βοήθεια ενός πυκνομέτρου η με τη μέτρηση του βάρους ορισμένου όγκου υγρού σε συγκεκριμένη θερμοκρασία.

Στην πράξη όμως όλα τα παραπάνω είναι αρκετά περίπλοκα για τις συνθήκες που επικρατούν σε μια απλή κουζίνα.

Για αυτό τον λόγο έχουν επικρατήσει οι παρακάτω αναλογίες του όγκου των υγρών τροφίμων με κούπες και κουταλιές. Αυτές οι αναλογίες είναι οι εξής:

1 κούπα τσαγιού = 250 ml
1 κουταλιά της σούπας = 15 ml
1 κουταλάκι του γλυκού = 5 ml

Πολλές φορές οι συνταγές που δίνονται στο διαδίκτυο και από άλλες πηγές αναφέρουν τις ποσότητες των υλικών που χρειάζονται σε γραμμάρια.

Στις περιπτώσεις που το υλικό είναι κάποιο υγρό, όπως το γάλα η το ελαιόλαδο, πρέπει να γίνουν όλες οι κινήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Δηλαδή να ανατρέξει κάποιος σε ειδικούς πίνακες πυκνοτήτων υγρών, να βρει τις πυκνότητες για τις θερμοκρασίες περιβάλλοντος του ζητούμενου υγρού και να γίνει η αντίστοιχη μετατροπή σε ml.

Το πρόβλημα αυτό της προηγούμενης παραγράφου λύνεται με την αγορά ενός δοσομετρητή.

Ο δοσομετρητής μας δείχνει ακριβή ποσότητα σε κούπες που χρειάζεται κάποιος για την τέλεση μιας συνταγής.

Τελικά, πόσο είναι 205 ml σε κούπες;

Από ότι έχει αναφερθεί έως τώρα, ανάλογα με την πυκνότητα του κάθε υγρού είναι διαφορετικές και οι ποσότητες σε γραμμάρια που μπορεί να αναφέρει η κάθε συνταγή.

Με την χρησιμοποίηση του δοσομετρητή μπορούμε να υπολογίσουμε το πόσες κούπες θα χρειαστούμε για συγκεκριμένο όγκο υγρού.

Λόγω του γεγονότος ότι στο κείμενο έγινε εκτεταμένη αναφορά στο γάλα, παρακάτω θα υπολογιστεί σε πόσες κούπες αντιστοιχούν 205 ml γάλακτος.

Έχει αναγνωριστεί ότι 1 κούπα είναι περίπου 240 γραμμάρια γάλα. Επίσης μια κούπα είναι περίπου 250 ml υγρού. \

]Κατά συνέπεια, με απλή μέθοδο των τριών, 205 ml γάλακτος αντιστοιχούν σε περίπου 0,82 κούπες.

Share this post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


You've just added this product to the cart: